Γιατί η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα παραμένει αμετάβλητη από το 2019;
Η συνολική μερίδα της οικονομίας που εισπράττει το κράτος μέσω φόρων και κοινωνικών εισφορών έχει παραμείνει ουσιαστικά σταθερή κατά τη διάρκεια μιας εξαετίας. Μια ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), η οποία βασίζεται σε στοιχεία της Eurostat, αποκαλύπτει ότι το 2025 τα έσοδα αυτά αντιστοιχούσαν στο 41,3% του ΑΕΠ, ακριβώς όσο και το 2019. Αυτή η σταθερότητα έρχεται σε αντίθεση με την ευρύτερη τάση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ο μέσος όρος των 27 κρατών-μελών κυμαίνεται στο 37,9%.
Ενώ πολλά ευρωπαϊκά κράτη παρουσίασαν μεταβολές στο φορολογικό τους προφίλ, η Ελλάδα κατέχει μια μοναδική θέση. Κατά την περίοδο 2019–2025, 16 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ αύξησαν τη φορολογική τους επιβάρυνση, ενώ 10 τη μείωσαν. Η Ελλάδα υπήρξε όμως το μοναδικό κράτος στο μπλοκ όπου το ποσοστό παρέμεινε ακριβώς το ίδιο. Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση προέβη σε 83 μειώσεις φόρων και εισφορών κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η συνολική πίεση στην οικονομία δεν μειώθηκε.
Το χάσμα μεταξύ συντελεστών και συνολικών εσόδων
Η αποσύνδεση μεταξύ των χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών και των υψηλότερων συνολικών εσόδων οφείλεται σε αρκετούς μακροοικονομικούς παράγοντες. Πρώτον, τα ονομαστικά έσοδα έχουν σημειώσει τεράστια άνοδο, αυξάνοντας από τα 76,4 δισ. ευρώ το 2019 στα 103,2 δισ. ευρώ το 2025. Πρόκειται για μια αύξηση περίπου 35% σε ονομαστικές τιμές. Αν και αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μεμονωμένος φορολογούμενος πληρώνει 35% περισσότερα, υποδηλώνει μια μαζική επέκταση της συνολικής ικανότητας είσπραξης του κράτους.
Η ανάλυση του ΚΕΦΙΜ, η οποία υπογράφεται από τον πρόεδρο του Νίκο Ρώμπαπα και τον επικεφαλής Ερευνών Κωνσταντίνο Σαραβάκο, αναδεικνύει μια βασική αντίφαση: οι φορολογικοί συντελεστές μειώθηκαν, αλλά το συνολικό μερίδιο της οικονομίας που εισπράττει το κράτος δεν περιορίστηκε. Η αύξηση αυτή συνδέεται επίσης με τη μεγαλύτερη απασχόληση, την οικονομική δραστηριότητα και την πιο αποτελεσματική είσπραξη μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών και της διασύνδεσης των ταμειακών μηχανών με τα POS.
Η κυριαρχία των έμμεσων φόρων στην καθημερινότητα
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ελληνικής φορολογίας αφορά τις καθημερινές αγορές. Οι έμμεσοι φόροι, που επιβαρύνουν αγαθά και υπηρεσίες, αποφέρουν έσοδα που αντιστοιχούν στο 17,2% του ΑΕΠ, σε σύγκριση με το 13,4% που καταγράφεται στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Με αυτό το ποσοστό, η Ελλάδα βρίσκεται στην τέταρτη υψηλότερη θέση μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ.
Ο ΦΠΑ αποτελεί τον κύριο πυλώνα αυτής της επιβάρυνσης, αντιστοιχώντας στο 9,4% του ΑΕΠ, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 7,2%. Πρόκειται για μια επιλογή με ιδιαίτερη κοινωνική βαρύτητα, καθώς ο ΦΠΑ είναι ίδιος για όλους τους καταναλωτές, ανεξάρτητα από το εισόδημά τους. Αυτό σημαίνει ότι επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο ένα νοικοκυριό που διαθέτει σχεδόν ολόκληρο τον μισθό του για βασικές ανάγκες. Αντίθετα, τα έσοδα από άμεσους φόρους στην Ελλάδα βρίσκονται στο 11% του ΑΕΠ, κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 12,2%, ενώ οι κοινωνικές εισφορές φτάνουν στο 13%, έναντι 12,1% στην ΕΕ.
Πώς η ακρίβεια γεμίζει τα δημόσια ταμεία
Γιατί, λοιπόν, οι μειώσεις των συντελεστών δεν οδήγησαν σε μείωση της συνολικής επιβάρυνσης; Μια βασική εξήγηση είναι ο πληθωρισμός. Όταν οι τιμές των προϊόντων αυξάνονται, αυξάνεται και το ποσό του φόρου που εισπράττει το κράτος, ακόμη και αν ο συντελεστής παραμένει ίδιος. Για παράδειγμα, ένα προϊόν που κοστίζει 100 ευρώ προ ΦΠΑ με συντελεστή 24% αποδίδει 24 ευρώ φόρο. Αν η τιμή αυξηθεί στα 120 ευρώ, ο φόρος ανεβαίνει στα 28,80 ευρώ. Έτσι, η ίδια η ακρίβεια που περιορίζει την αγοραστική δύναμη των πολιτών μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός αύξησης των κρατικών εσόδων.
Παράλληλα, παίζει ρόλο η λεγόμενη «δημοσιονομική ολίσθηση». Κατά την περίοδο 2019–2024, καταγράφηκε σωρευτική αύξηση του προσαρμοσμένου ετήσιου μισθού πλήρους απασχόλησης κατά 12,4%, ενώ ο σωρευτικός πληθωρισμός για την ίδια περίοδο (2020–2024) έφτασε περίπου το 16,5%. Αυτό σημαίνει ότι οι ονομαστικές αυξήσεις των μισθών υπολείπονται του πληθωρισμού, με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος να πληρώνει περισσότερο φόρο ενώ στην πραγματικότητα η αγοραστική του δύναμη μειώνεται.
Δημόσιες δαπάνες και προτεραιότητες
Ενώ τα έσοδα αυξάνονται, ερωτήματα προκύπτουν για τη διαχείριση και την κατανομή των δαπανών. Το 2024, οι συνολικές δημόσιες δαπάνες στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν στο 48,2% του ΑΕΠ, ένα ποσοστό υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που ανέρχεται στο 45,9%. Παρά τη μεγαλύτερη συνολική δαπάνη, η κατανομή των πόρων δεν φαίνεται να ευθυγραμμίζεται πάντα με τις κοινωνικές ανάγκες, καθώς η Ελλάδα διαθέτει μικρότερο μερίδιο της οικονομίας της στην υγεία και την παιδεία σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Συμπεράσματα
Η έρευνα του ΚΕΦΙΜ υπογραμμίζει μια σύνθετη πραγματικότητα: η ελληνική οικονομία λειτουργεί υπό ένα καθεστώς υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης που παραμένει σταθερό σε επίπεδα 2019, παρά τις προσπάθειες για φορολογικές ελαφρύνσεις. Η εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους και η επίδραση του πληθωρισμού στις εισπράξεις δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου το κράτος συγκεντρώνει περισσότερα χρήματα, ενώ η πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών πιέζεται από την ακρίβεια και τη δημοσιονομική ολίσθηση.
Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)
Γιατί οι φορολογικές μειώσεις δεν μειώνουν τη συνολική επιβάρυνση;
Λόγω του πληθωρισμού και της δημοσιονομικής ολίσθησης. Ο πληθωρισμός αυξάνει τις τιμές και άρα και το απόλυτο ποσό του ΦΠΑ, ενώ η δημοσιονομική ολίσθηση συμβαίνει όταν οι μισθοί αυξάνονται ονομαστικά λιγότερο από τον πληθωρισμό, οδηγώντας σε μεγαλύτερη φορολογική πίεση.
Ποιο είναι το ποσοστό της φορολογικής επιβάρυνσης στην Ελλάδα σε σχέση με την ΕΕ;
Η Ελλάδα βρίσκεται στο 41,3% του ΑΕΠ, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 37,9%.
Πού βρίσκεται η Ελλάδα σε σχέση με τους έμμεσους φόρους;
Η Ελλάδα βρίσκεται στην τέταρτη υψηλότερη θέση στην ΕΕ, με τους έμμεσους φόρους να αντιστοιχούν στο 17,2% του ΑΕΠ, έναντι 13,4% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Βασικά Συμπεράσματα
- Η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα παραμένει στο 41,3% του ΑΕΠ, συγκρίσιμη με τα επίπεδα του 2019 και σημαντικά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (37,9%).
- Οι έμμεσοι φόροι (όπως ο ΦΠΑ) αποτελούν μια από τις κύριες πηγές εσόδων, τοποθετώντας την Ελλάδα στην 4η θέση στην ΕΕ.
- Παρά τις 83 μειώσεις φόρων, οι συνολικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά περίπου 35% σε ονομαστικές τιμές από το 2019.
- Ο πληθωρισμός και η δημοσιονομική ολίσθηση συμβάλλουν στη διατήρηση των υψηλών κρατικών εσόδων παρά τις μειώσεις των συντελεστών.
